Η ανθρωπογενής γεωργική βιοποικιλότητα της Ελλάδας σε κίνδυνο

Γράφουν οι: Ροίκος Θανόπουλος, Ιωσήφ Μπιζέλης και Πηνελόπη Μπεμπέλη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Όταν ακούμε την λέξη βιοποικιλότητα συνήθως την ταυτίζουμε με τα φυτά και τα ζώα που υπάρχουν στην φύση. Αν και η βιοποικιλότητα περιλαμβάνει και άλλες μορφές ζωής, όπως για παράδειγμα τα μικρόβια, ένα μέρος της αποτελείται από τους οργανισμούς που έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος μέσω της εξημέρωσης των άγριων φυτών και ζώων.

Η ανθρωπογενής βιοποικιλότητα ποσοτικά μπορεί να μην συγκρίνεται με τη φυσική αλλά παραμένει σημαντική γιατί σχετίζεται με τη διατροφή και την επιβίωση του ανθρώπινου είδους άμεσα ή έμμεσα.. Αν και η ανθρωπογενής βιοποικιλότητα δεν ταυτίζεται μόνο με τα καλλιεργούμενα είδη και τα αγροτικά ζώα αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα οργανισμών, που σχετίζονται με τα γεωργικά οικοσυστήματα, σε αυτό το άρθρο θα παρουσιαστούν οι πιο γνωστές πτυχές της στη χώρα μας.

Σε αντίθεση με τα άγρια είδη φυτών και ζώων τα εξημερωμένα στηρίζουν την επιβίωση τους στον άνθρωπο. Αν λείψει η φροντίδα τότε αυτά χάνονται και η αγροβιοποικιλότητα φτωχαίνει.

Τα καλλιεργούμενα φυτικά είδη

Με την εξημέρωση και διάδοση κυρίως σιτηρών και οσπρίων κατά τη μεσολιθική εποχή σε τμήμα της Εγγύς Ανατολής από τον άνθρωπο αρχίζει η δημιουργία δεκάδων παραλλαγών των φυτικών ειδών που τις ονομάζουμε ποικιλίες. Κάθε χώρα, σύμφωνα με το κλίμα της, τα εδάφη της, τη διαθεσιμότητα αρδευτικού νερού, δηλαδή των βασικών παραγόντων συστηματικής καλλιέργειας φυτών, αλλά και των καλλιεργητικών τεχνικών και διατροφικών συνηθειών των κατοίκων της, έχει αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου μια παράδοση στην καλλιέργεια των γεωργικών ειδών που ευδοκιμούσαν στον τόπος τους.

Αυτή η παράδοση συνδέεται άρρηκτα με τις τοπικές φυτικές ποικιλίες. Η Ελλάδα χάρη στην γεωγραφική της θέση και διαμόρφωση με ποικίλα μικροκλίματα και μακραίωνη γεωργική ιστορία απετέλεσε τον τόπο δημιουργίας πολλών τοπικών ποικιλιών οσπρίων είτε αυτά εξημερώθηκαν στην Ελλάδα ή στα Βαλκάνια (όπως το λαθούρι και το λούπινο το λευκό) ή στον Παλαιό Κόσμο, Ασία (όπως η φακή, το κουκί, το ρεβίθι, το μπιζέλι) ή Αφρική ( μαυρομάτικο φασόλι).

Αν γυρίζαμε 100 χρόνια πίσω και επισκεπτόμασταν διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας θα διαπιστώναμε τη ύπαρξη δεκάδων τοπικών ποικιλιών σίτου με στάχεις διαφορετικού χρώματος και σχήματος με και χωρίς άγανα και με ποικιλία ονομάτων, όπως κοκκινόσταρο, διμηνίτης, γκρινιάς, ζουλίτσα, βλαχόσταρο, μαυραγάνι, ασπρόσταρο, αρναούτι κ.α.

Οι τεκτονικές αλλαγές στην κοινωνία και οικονομία του 19ου και 20ου αιώνα ώθησε την γεωργική παραγωγή προς την εντατικοποίηση μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών. Μεταξύ αυτών η δημιουργία και η διάδοση των βελτιωμένων ποικιλιών έφερε σημαντική αύξηση των αποδόσεων και μοιραία οδήγησε στην μονοκαλλιέργεια των λίγων, πιο αποδοτικών ποικιλιών και στην εγκατάλειψη της καλλιέργειας ενός μεγάλου αριθμού τοπικών ποικιλιών και την απώλεια της αγροβιοποικιλότητας.

Τις τελευταίες δεκαετίες επανεκτιμάται η αξία των τοπικών ποικιλιών ως πηγή γονιδίων, για αυτό και οι εκτεταμένες συλλογές και διατήρηση τους στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού, αλλά και ως παράγοντας που μπορεί να συνδυάσει την διαφοροποιήση των προϊόντων, λόγω των ιδιαίτερων οργανοληπτικών χαρακτηριστικών τους, με την τοπική οικονομία.

Εκτός αυτού οι τοπικές ποικιλίες εμπεριέχουν ένα άξιο λόγου ιστορικό και πολιτιστικό φορτίο που χρειάζεται να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση. Ακόμα και σήμερα βρίσκονται ανάμεσα μας αν συνειδητοποιήσουμε ονόματα που ακούμε, όπως φακή Εγκλουβής, φασόλια Πρεσπών και Καστοριάς, φάβα και ντοματάκι Σαντορίνης, ρόδι Ερμιόνης, και δεκάδες ποικιλίες ελιάς και αμπέλου συμπεριλαμβανομένης της κορινθιακής σταφίδας.

Παρά τις μεγάλες απώλειες σε τοπικές ποικιλίες ετησίων ειδών στην Ελλάδα σχετικά πρόσφατες έρευνες τόσο της Τράπεζας Γενετικού Υλικού-Θεσσαλονίκη όσο και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών αποδεικνύουν ότι πολλές τοπικές ποικιλίες ακόμα εξακολουθούν να διασώζονται κυρίως σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Όμως χρειάζεται συστηματική έρευνα για την ανακάλυψη τους, τη μελέτη τους και αξιοποίηση τους από τις τοπικές κοινότητες. Τοπικές ποικιλίες που πρέπει επειγόντως να διασωθούν είναι τα σιτηρά, τα όσπρια, το λινάρι και το σουσάμι.


Τα αγροτικά ζώα

Στη χώρα μας, η ποικιλότητα των γεωμορφολογικών και κλιματικών συνθηκών, η διαφορετικότητα των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και οι διαφορές που υπήρχαν στις κοινωνικές συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα της κάθε περιοχής, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία με φυσική και ζωοτεχνική επιλογή, στη διάρκεια της νεώτερης ιστορίας, σημαντικού αριθμού αυτόχθονων φυλών αγροτικών ζώων (βοοειδή, πρόβατα, αίγες, χοίροι, ίπποι).

Οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά όπως η ανθεκτικότητα σε αντίξοο περιβάλλον, η δυνατότητα αξιοποίησης των πτωχών, άγονων εκτάσεων και βοσκοτόπων που υπάρχουν σε πολλές περιοχές, η αντίσταση σε ασθένειες και παρασιτώσεις, η ικανότητα επιβίωσης με περιορισμένη ποσότητα τροφής και νερού και η δυνατότητα παραγωγής προϊόντων, κυρίως γάλακτος και κρέατος, με μοναδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Για τους λόγους αυτούς, οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές έχουν μεγάλη οικονομική σημασία.

Παγκόσμια, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι αντικατέστησαν τις αυτόχθονες φυλές με συγκεκριμένες ξένες βελτιωμένες φυλές που θεωρήθηκαν περισσότερο παραγωγικές με μεγαλύτερες αποδόσεις. Σήμερα, σχετικά ολιγάριθμες «διεθνείς» βελτιωμένες φυλές κυριαρχούν σε όλες τις χώρες με αναπτυγμένη ζωική παραγωγή, και όχι μόνο, ενώ πολλές αυτόχθονες φυλές περιορίζονται δραματικά σε αριθμό ζώων, απειλούνται με εξαφάνιση ή έχουν ήδη εξαφανιστεί.

Στην Ελλάδα, σήμερα, από τις 8 φυλές βοοειδών που αναφέρονται πριν 50 – 60 χρόνια, οι 3 βρίσκονται σε κατάσταση ευαίσθητη ή επισφαλή (Βραχυκερατική, Κατερίνης και Συκιάς), μία είναι υπό εξαφάνιση (Κέας), ενώ 4 θεωρούνται οριστικά εξαφανισμένες (Τήνου, Άνδρου, Χίου, Κερκύρας). Στους ίππους από τις 6 φυλές, οι 4 βρίσκονται σε κατάσταση ευαίσθητη ή επισφαλή (Πίνδου, Πηνείας, Σκύρου και Μεσσαράς), και οι υπόλοιπες 2 υπό εξαφάνιση (Ανδραβίδας, Θεσσαλίας).

Στα πρόβατα, από τις τουλάχιστον 34 φυλές που αναφέρονται από την αρχή του 20ου αιώνα μόνο οι 5 βρίσκονται σε κανονική κατάσταση (Χίου, Μυτιλήνης, Άρτας, Καραγκούνικη, Σφακίων), οι 9 σε ευαίσθητη κατάσταση (Σερρών, Καλαρρύτικη, Καρύστου, Ανωγείων, Αστερουσίων, Γλώσσας Σκοπέλου, Κατσικά, Πηλίου, Κεφαλλονιάς), οι 5 σε επισφαλή κατάσταση (Σαρακατσάνικη, Ορεινή Ηπείρου, Ζακύνθου, Αγρινίου, Κύμης), οι 6 είναι υπό εξαφάνιση (Θράκης, Πελαγονίας, Άργους, Κοκοβίτικη, Ευδήλου Ικαρίας, Σαμοθράκης), ενώ 6 θεωρούνται οριστικά εξαφανισμένες (Καταφυγίου, Ρουμλουκίου, Λευκίμμης Κερκύρας, Αρβανιτοβλάχικη, Δράμας, Χαλκιδικής). Ακόμη σε αρκετές, κυρίως αυτές που βρίσκονται σε νησιά του Αιγαίου η κατάσταση είναι άγνωστη και απαιτείται περαιτέρω έρευνας (πχ Φυλές Σκύρου, Σητείας, Νησιών Αιγαίου Πελάγους).

Στις αίγες, η εγχώρια ελληνική αίγα θεωρείται ότι υπάρχει ακόμη σε μεγάλους πληθυσμούς, αν και έχει δεχτεί τις τελευταίες δεκαετίες σημαντικές επιδράσεις από την εισαγωγή ξένου γενετικού υλικού.

Ειδικά στις αίγες χρειάζεται συστηματική και επισταμένη διερεύνηση με σύγχρονες γενετικές μεθόδους των υφιστάμενων πληθυσμών της χώρας για το χαρακτηρισμό τους, ενώ η αίγα Σκοπέλου βρίσκεται σε ευαίσθητη κατάσταση. Τέλος, ο εγχώριος ελληνικός (μαύρος) χοίρος βρίσκεται σε ευαίσθητη κατάσταση, με δεδομένη την επίδραση που έχει δεχτεί από ξένες φυλές και τον άγριο χοίρο. Ωστόσο, πρόσφατα ο πληθυσμός του αυξάνεται σημαντικά.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα για τη διατήρηση των εγχώριων φυλών στην Ελλάδα είναι οι ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις που πραγματοποιούνται από τους εκτροφείς τους, το μικρό μέγεθος των εκτροφών που καθιστά δύσκολο τον έλεγχο της ομομειξίας και της γενετικής παρέκκλισης, η αδυναμία κατάταξης των ζώων σε φυλή με βάση το φαινότυπο και κυρίως η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι στην εποχή μας παρουσιάζουν μικρή οικονομική σημασία.

Σε όλο τον κόσμο, η ανάδειξη της οικονομικής σημασίας μιας φυλής οδηγεί στην αυτοδιατήρηση της. Στην Ελλάδα, οι αυτόχθονες φυλές γενικά δεν θεωρείται ότι έχουν οικονομική αξία για μια σειρά αιτίων όπως:

απουσία γνώσεων των ιδιοτήτων της κάθε φυλής και των ιδιοτήτων των παραγόμενων προϊόντων από αυτή

εκτροφή σε ακατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες εκτροφής ή/και σύστημα εκτροφής

έλλειψη αποτελεσματικών προγραμμάτων γενετικής βελτίωσης

χαμηλές τιμές των παραγόμενων προϊόντων

απουσία οργανώσεων παραγωγών και χαμηλή αυτοεκτίμηση των εκτροφέων της

Επιπλέον, τα προγράμματα διάσωσης και διατήρησης σπανίων φυλών, τα οποία εφαρμόζονται στη χώρα μας τα τελευταία είκοσι χρόνια, χρηματοδοτούμενα κυρίως από πόρους της Ε.Ε. δεν έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό διότι

Η κατάσταση των φυλών έχει μεταβληθεί σημαντικά, τόσο αριθμητικά όσο και γεωγραφικά, από το 1995, που θεσπίστηκε το Π.Δ. 434/1995 που εφαρμόζεται έως σήμερα

Η μελέτη και η καταγραφή των πληθυσμών αυτόχθονων φυλών είναι ελλιπής

Η πλειονότητα των σπάνιων φυλών εκτρέφεται παραδοσιακά σε εκτροφές που δεν πληρούν τις γραφειοκρατικές απαιτήσεις των προγραμμάτων και γι’ αυτό δεν επιδοτούνται

Οι οικονομικές ενισχύσεις δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με την επικινδυνότητα εξαφάνισης της φυλής, την παραγωγικότητα, την περιοχή και τον τρόπο εκτροφής, ώστε να είναι ουσιαστικές για τη διατήρηση της φυλής

Δεν υπάρχει σύνδεση των προγραμμάτων ενίσχυσης των αυτόχθονων φυλών με τα προγράμματα προώθησης της βιολογικής κτηνοτροφίας

Ωστόσο, οι δραματικές αλλαγές που εξελίσσονται στην οικονομία και την κοινωνία μας το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, που όπως φαίνεται θα επιταθούν τα αμέσως προσεχή χρόνια, είναι ευκαιρία να δούμε με διαφορετική οπτική τη μορφή της κτηνοτροφίας που θέλουμε και μπορούμε να αναπτύξουμε στο μέλλον, σε πολλές περιοχές της χώρας μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πολύ πιθανό να αλλάξει πολύ σύντομα και η αξία των αυτόχθονων ελληνικών φυλών, όπως δείχνουν αρκετά παραδείγματα στο παρελθόν. Με αυτή την προοπτική – πρόκληση η διάσωση του εγχώριου γενετικού δυναμικού ίσως είναι σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τόσο αναγκαία όσο και επείγουσα. Ειδικά για την αύξηση της οικονομικής σημασίας με τελικό σκοπό τη διατήρηση των αυτόχθονων ελληνικών φυλών βοοειδών, προβάτων και αιγών, θα πρέπει να ληφθούν μία σειρά μέτρων και δράσεων όπως:

μελέτη των φυσιολογικών και παραγωγικών τους ιδιοτήτων

γενετική πιστοποίηση των φυλών με τη χρήση γονιδιακής τεχνολογίας

έλεγχος αποδόσεων και εφαρμογή προγραμμάτων γενετικής βελτίωσης τους

βελτίωση συνθηκών ή/και αλλαγή παραγωγικού συστήματος εκτροφής τους

αξιοποίηση παραγόμενων ποιοτικών προϊόντων και σύνδεση τους με τις κατάλληλες αγορές

χρησιμοποίηση τους για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων, ΠΟΠ προϊόντων κλπ

ίδρυση συλλόγων και φορέων διατήρησης – προώθησης και διαφήμισης της φυλής

στήριξη των σπάνιων φυλών, ανάλογα με τον κίνδυνο εξαφάνισης τους

Oι ελληνικές αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων, μία σημαντική άγνωστη περιουσία της χώρας μας, περιμένουν την αναγνώριση και την ανάδειξη τους. Οι περισσότερες σβήνουν αργά και σιωπηλά, χωρίς κάποιος να νοιάζεται γι’ αυτές. Θα μπορούσαν να πιστέψουν σε αυτές τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Ιδρύματα, η Πολιτεία με τις διάφορες υπηρεσίες και τους φορείς της και βέβαια οι τοπικές κοινωνίες και όλοι οι κτηνοτρόφοι.

Συμπεράσματα

Η Ελλάδα του σήμερα διαθέτει ακόμα, σε σύγκριση με άλλες χώρες, μια πλούσια αγροτική βιοποικιλότητα τόσο σε καλλιεργούμενα φυτικάείδη όσο και σε φυλές αγροτικών ζώων. Αυτό υπό προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Χρειάζεται λοιπόν η άμεση εφαρμογή μέτρων, όπως η οργάνωση εξερευνητικών αποστολών για την διάσωση της αγροτική βιοποικιλότητας, μελέτη των χαρακτηριστικών της, προγράμματα διατήρησης της, ανάδειξης του πολιτιστικού της φορτίου και αξιοποίησης της από τις τοπικές κοινωνίες στις οποίες ανήκει, πρώτα από όλα.

Ροίκος Θανόπουλος Ροίκος, Διεύθυνση Αξιοποίησης Αγροκτημάτων και Γεωργικών Εγκαταστάσεων Γ.Π.Α.,

Ιωσήφ Μπιζέλης, Εργαστήριο Γενικής και Ειδικής Ζωοτεχνίας

Πηνελόπη Μπεμπέλη, Εργαστήριο Βελτίωσης Φυτών και Γεωργικού Πειραματισμού

ecozen.gr

No Comment

Leave a Reply

*

*

Διαβάστε επίσης